Μία ιστορία της γιαγιάς μου…

Γράφει η Τατιάνα Γκίκα, μέλος της Ε.Ο.Ν. Αθηνών

 

Δεν είναι λίγες οι φορές που ζητούσα από τους παππούδες μου να μου διηγηθούν κάποιες ιστορίες τους από τα παλιά. Συνήθως έβλεπα τις όμορφες στιγμές μέσα από οικογενειακές φωτογραφίες. Όμως, πίσω από όλα αυτά κρυβόταν καλά οι σκοτεινές μέρες του 1940. Τα τραύματα του πολέμου είχαν μείνει ζωντανά στην μνήμη τους. Αυτό φαίνεται και από την παρακάτω διήγηση της γιαγιάς μου:

– Πόσες μέρες μείνατε στο σπίτι της θείας σου;

– 15 μέρες.

Και πόσοι έμεναν σε αυτό το σπίτι, γιαγιά;

– Ήτανε αυτοί 5. Εμείς πήγαμε: εγώ, ο αδελφός μου και οι γονείς μας. Στο σύνολο 9. Είχαμε μια κουζίνα και 2 δωμάτια. Το ένα ήτανε η σάλα με το τζάκι και το άλλο το υπνοδωμάτιο.

– Κάποια στιγμή, που πήγες στο σπίτι σου να πάρεις μερικά πράγματα, στα κρυφά. Τι είχε συμβεί;

– Μετά, όταν μας διώξανε από το σπίτι, με βάλανε εμένα μέσα από τον τοίχο, για να πάρω πράγματα μέσα από την ντουλάπα.

– Δηλαδή, φύγατε χωρίς να πάρετε τίποτα μαζί σας;!

– Ναι, μόνο τα ρούχα που φοράγαμε. Δεν θα θέλαμε κάποια στιγμή να αλλάξουμε;

– Είχε μπει κάποιος στρατιώτης και σας είπε ότι θα πρέπει να φύγετε τώρα από το σπίτι;

– Οι Κουκουέδες. Είχανε πάρει τα κλειδιά, αλλά είχε και η μάνα μου ένα κλειδί. Κλειδώσανε και φύγαμε… Με έβαλαν, λοιπόν, να πηδήξω από τον τοίχο (για να μην τους δουν). Θα ήμουν τότε 11 χρονών.

Εκεί ήταν ένα κουβάρι (ενν. μέσα στο σπίτι) και όπως πήρα εγώ τα ρούχα, η κλωστή έμεινε μέσα και το κουβάρι έπεσε κάτω.

Μπαίνουν οι κουκουέδες μέσα και άρχισαν να φωνάζουν: «Εδώ έχει γίνει κλοπή! Κάποιος μπήκε μέσα».

– Και που το ξέρεις εσύ; Τους άκουσες να το λένε;

– Το είπανε μετά στην μάνα μου. Και εκείνη τους απάντησε: «Τι κλοπή έγινε; Μπήκαμε και πήραμε ρούχα! Θέλαμε να αλλάξουμε»… Και δεν είπαν τίποτα. Τι να λέγανε;

– Κλοπή, από τα δικά σου! Κατάλαβα…

– Τότε ζυμώναμε, είχαμε στη σκάφη καρβέλια. «Αφήστε της ένα για τα παιδιά της, πάρτε της τα άλλα». Τα όσπρια τα είχαμε σε τσουβαλάκια. «Αφήστε της ένα σακί για τα παιδιά και πάρτε τους τα άλλα»… Οι κουκουέδες.

– Αυτοί ήταν από εδώ η άλλα μέρη;

– Συντοπίτες μας ήταν όλοι! Ένας από αυτούς ήταν δοσίλογος, είχε συνεργαστεί με τους Γερμανούς.

– Και μετά όταν φύγανε οι Γερμανοί, το γύρισαν αλλιώς;

– Όταν φεύγανε οι Γερμανοί από εδώ, αυτοί (οι Κομμουνιστές) τους είχαν στήσει καρτέρι. Σκότωσαν έναν από αυτούς και μετά οι Γερμανοί για αντίποινα έκαψαν όλο το χωριό, σκότωσαν και 46 άτομα.

– Ήταν και οι 46 όλοι άντρες;

– Μεταξύ τους ήταν και δύο γυναίκες.

– Φαντάζομαι πόσο μεγάλο πλήγμα θα ήταν αυτό… Για τα κτίρια, τους ανθρώπους και τις περιουσίες τους.

– Οι Γερμανοί, όπου έμπαιναν έκλεβαν… Λεφτά, ό,τι έβρισκαν και μετά τα μάζευαν όλα τα πράγματα πάνω στο τραπέζι ή στα κρεβάτια. Έβαζαν φωτιά και μετά έφυγαν. (…)

Οι Γερμανοί είχαν έρθει επίσης και στο πατρικό του παππού μου. Τους είχανε μαζέψει όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα, σαν σε ένα σωρό, έτοιμοι να τα κάψουν. Ο παππούς (παιδί τότε), είχε φύγει μαζί με τους άλλους σε ψηλή τοποθεσία για να σωθούν. Ο πατέρας του ήταν παράλυτος, καθότανε στην αυλόπορτα του σπιτιού τους. Τότε, είχε πολύ πέραση η Αγγλική λίρα, που ήταν χρυσή. Αυτός ο προ-παππούς μου, λοιπόν, είχε μαζέψει κάποιες σε μια άκρη. Φωνάζει τους Γερμανούς και τους δίνει από κάνα δύο λίρες στον καθένα. Τα άφησαν όλα έτσι και έφυγαν. Δεν έκαψαν τίποτα.

Διαβάζοντας όλα τα παραπάνω, είναι αδύνατον να μείνει κανείς ασυγκίνητος. Είναι τρομερές οι καταστάσεις που βίωσαν αυτές οι γενιές… και δυστυχώς, βλέπουν για άλλη μια φορά την κατάντια της Ελλάδας, μετά από την υποτιθέμενη εποχή ευδαιμονίας που μεσολάβησε. Οι καιροί μας δεν είναι εύκολοι, αλλά τουλάχιστον, ελπίζουμε ότι τα λάθη του παρελθόντος θα γίνουν παράδειγμα για τις νεότερες γενιές.

 

Σχετικές δημοσιεύσεις

Αφήστε ένα σχόλιο